Επικοινωνία: 2106721431

Υψηλάντου 36, Νέο Ψυχικό 15451, Αθήνα   Δείτε τον χάρτη

Καρνιτίνη (L-carnitine)


ΚΑΡΝΙΤΙΝΗ

Η ονομασία της καρνιτίνης προέρχεται από την λατινική λέξη carnus που σημαίνει σάρκα και δηλώνει την κύρια πηγή της που είναι το κρέας. Παράγεται κυρίως στο συκώτι και στα νεφρά από τα απαραίτητα αμινοξέα μεθειονίνη και λυσίνη.  Η βιοσύνθεση της καρνιτίνης απαιτεί επίσης την βιταμίνη C, σίδηρο, βιταμίνη Β6 και τη νιασίνη.  Έτσι είναι κατανοητό οτι μια ανεπαρκής διατροφή δεν βοηθά στην ενδογενή παραγωγή της.  Αποθηκεύεται στον μυϊκό ιστό, στην καρδιά, στον εγκέφαλο και στο σπέρμα.  Ο ρόλος της είναι η μεταφορά λιπαρών οξέων μακράς αλύσσου μέσα στα μιτοχόνδρια όπου οξειδώνονται για την παραγωγή ενέργειας η οποία στη συνέχεια χρησιμοποιείται από τους διάφορους ιστούς και όργανα όπου και αποθηκεύεται.  Επίσης, μεταφέρει τα τοξικά παράγωγα που δημιουργούνται σε αυτά τα κυτταρικά οργανίδια αποφεύγοντας έτσι την συγκέντρωσή τους.  Μεταφέρει επίσης τα λιπαρά οξέα μεσαίας και μικρής αλύσου από τα μιτοχόνδρια με σκοπό την διατήρηση των επιπέδων του συνενζύμου Α.  Η καρνιτίνη ακόμη, βοηθά στον μεταβολισμό των υδατανθράκων και έτσι αυξάνει την οξειδωτική φωσφορυλίωση.  Δρα σε συνεργασία με το συνένζυμο Q10, αντιοξειδωτικό, συμβάλλοντας στην παραγωγή ενέργειας και βρίσκεται στο εσωτερικό της μεμβράνης των μιτοχονδρίων.  Βοηθά στην απορρόφηση θρεπτικών συστατικών και ιδιαίτερα του ασβεστίου. Τέλος, η καρνιτίνη παίζει σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό και πολλών άλλων ουσιών, γεγονός που ερμηνεύει την δράση της σε πολλές ασθένειες.  Συνήθως, ο οργανισμός παράγει όση καρνιτίνη χρειάζεται αλλά υπάρχει έλλειψη  ή προβληματική μεταφορά μέσα στα μιτοχόνδρια λόγω κάποιας άλλης έλλειψης, κάποιων φαρμάκων ή δυσλειτουργίας.  Έτσι, χρειάζεται η ενίσχυσή της από συμπληρώματα κατόπιν βέβαια της συμβουλής ειδικού.  Η απορρόφηση της καρνιτίνης μέσω των τροφών γίνεται στο έντερο. Η επιπλέον καρνιτίνη στον οργανισμό αποβάλλεται μέσω των ούρων.

 

    Ας δούμε λοιπόν τις λειτουργίες της καρνιτίνης στον οργανισμό:

  • ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Η συμβολή της καρνιτίνης στην καλύτερη λειτουργία του καρδιακού μυ ερευνάται αλλά με καλά αποτελέσματα.  Παθήσεις όπως η στηθάγχη, η καρδιακή προσβολή, η αρρυθμία και η καρδιακή ανεπάρκεια δείχνουν να βελτιώνονται με την χορήγηση της καρνιτίνης αλλά πάντα κατόπιν της χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής υπό την συμβουλή του ειδικού.  Ο τρόπος λειτουργίας της στηρίζεται στο γεγονός οτι παράγωντας ενέργεια ξεκουράζει τον καρδιακό μυ βοηθώντας τον να λειτουργήσει με μικρότερες απαιτήσεις σε οξυγόνο.  Επίσης, βοηθά στην συνέχιση παροχής αίματος στην καρδιά και τέλος, σε προβληματική δομή του καρδιακού μυ μπορεί να μειώσει το μέγεθος του κόλπου ή της κοιλίας, να αυξήσει την αντοχή και να μειώσει τον κίνδυνο για μελλοντικά προβλήματα.  Τα παραπάνω συμβαίνουν γιατί επιπροσθέτως η καρνιτίνη εξουδετερώνει τα τοξικά αποτελέσματα των ελεύθερων λιπαρών οξέων και βελτιώνει τον μεταβολισμό των υδατανθράκων που μπορεί να οδηγήσουν σε περιφερική αρτηριοπάθεια και τελικά σε προβλήματα στην καρδιά.

 

  • ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΗΤΙΚΗ ΝΕΥΡΟΠΑΘΕΙΑ

Η αντίσταση στην ινσουλίνη παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του διαβήτη τύπου 2.  Αυτή μπορεί να σχετίζεται με ελαττωματική οξείδωση των λιπαρών οξέων στους μύες οπότε ίσως και δυσλειτουργία στα μιτοχόνδρια.  Η αυξημένη αποθήκευση λίπους μπορεί να οδηγήσει στην αντίσταση στην ινσουλίνη.  Η καρνιτίνη αυξάνει την ινσουλινοαντοχή μειώνοντας το λίπος στους μύες και παράλληλα μειώνει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα αυξάνοντας την οξείδωσή της στα κύτταρα.  Επιπλέον, η διαβητική νευροπάθεια βελτιώνεται μειώνοντας τον πόνο και αυξάνοντας την αίσθηση των νεύρων που έχουν προσβληθεί.  Πιθανολογείται τέλος οτι η καρνιτίνη μπορεί να βοηθήσει στην αναγέννηση των νεύρων.

 

  • ΝΕΦΡΙΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΑΙΜΟΔΙΑΛΥΣΗ

Λόγω του γεγονότος οτι τα νεφρά παράγουν καρνιτίνη, η ανεπάρκεια αυτών μπορεί να οδηγήσει σε έλλειψη καρνιτίνης στον οργανισμό.   Έτσι μπορεί να χορηγηθεί καρνιτίνη κατόπιν πάντα συμβουλής του γιατρού.  Επίσης, στα νεφρά, η καρνιτίνη είναι απαραίτητη αφού υπάρχει υπερτονικότητα και πρέπει να αντιμετωπίσουν τις διακυμάνσεις της διούρησης και της αντιδιούρησης.  Στα υγιή άτομα, η  καρνιτίνη φιλτράρεται και επαναρροφάται σχεδόν απόλυτα και αποβάλλεται στα ούρα εστέρας καρνιτίνης.  Στην περίπτωση της προβληματικής νεφρικής λειτουργίας εμποδίζεται η αποβολή του εστέρα της καρνιτίνης και έτσι αυξάνεται η καρνιτίνη στο πλάσμα.  Το αποτέλεσμα όμως είναι η ανεπάρκεια της ελεύθερης καρνιτίνης και ιδιαίτερα στις επαναλαμβανόμενες θεραπαείας αιμοδιάλυσης.  Έτσι συνιστάται η ενδοφλεβια χορήγηση της καρνιτίνης.

 

  •   ΚΙΡΡΩΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΗΠΑΤΟΣ

Το συκώτι παράγει καρνιτίνη, στην περίπτωση όμως της κίρρωσης του ήπατος η βιοσύνθεσή της εμποδίζεται.  Επιπροσθέτως, δεν γίνεται επαρκής πρόσληψη καρνιτίνης από τις τροφές καθώς και λυσίνης και μεθειονίνης και τέλος υπάρχει και μειωμένη σύνθεσή της λόγω του αλκοόλ.  Η καρνιτίνη έχει υπολιπιδαιμική ικανότητα και έτσι εμποδίζει και την συγκέντρωση λιπιδίων που εμφανίζεται κατόπιν χρήσης αλκοοόλ.

 

  •   ΝΕΥΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΑΥΤΟΥ

Η ακετυλ-Lcarnitine που έχει παρόμοια μορφή με την καρνιτίνη, βρίσκεται σε όλο το κεντρικό νευρικό σύστημα.  Παίζει σημαντικό ρόλο στον μεταβολισμό ως πηγή ομάδων ακετυλίου τόσο για τη σύνθεση της ακετυλοχολίνης (νευροδιαβιβαστής απαραίτητος στην σωστή λειτουργία του εγκεφάλου) όσο για την παραγωγή ενέργειας που απαιτείται στις διάφορες αντιδράσεις. Η ακετυλ-Lcarnitine είναι πιο ικανή να περάσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.  Έχει επίσης διορθωτικές και προστατευτικές ιδιότητες που απαιτούνται λόγω γήρατος αλλά και εκφύλισης των νεύρων. Λόγω γήρατος υπάρχει πτώση στην λειτουργία των μιτοχονδρίων τα οποία παρέχουν ενέργεια μέσω της καρνιτίνης αλλά και τα επίπεδα της τελευταίας είναι χαμηλότερα.  Παράλληλα, κατά τη διάρκεια του γήρατος, η πρόσληψη καρνιτίνης από τις τροφές είναι χαμηλότερη.  Έτσι λοιπόν προκύπτουν διάφορες ασθένειες των οποίων η θεραπεία μπορεί να ενισχυθεί με την συμπληρωματική χορήγηση της καρνιτίνης.  Εδώ συμπεριλαμβάνονται παθήσεις όπως απώλεια μνήμης, κατάθλιψη,  η νόσος Αλτσχάϊμερ, το σύνδρομο Down.

 

  •  ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗ ΜΥΪΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Η καρδιά και ο σκελετικός μυϊκός ιστός βασίζουν την ενέργειά τους στην χρήση του λίπους και του επιπλέον γλυκογόνου.  Η καρνιτίνη βοηθά το σώμα να μετατρέψει τα λιπαρά οξέα σε ενέργεια που χρησιμοποιείται πρώτιστα για τις μυϊκές δραστηριότητες. Επιπροσθέτως αυξάνει την αντοχή αλλά και τον όγκο του συνολικού οξυγόνου αφού μειώνει τις ανάγκες των κυττάρων σε αυτό.  Τέλος μειώνει τη συγκέντωση λακτικού οξέος στους μύες μετά την άσκηση.  Για το λόγο αυτό, οι αθλητές παίρνουν συμπληρωματική καρνιτίνη.  Οι άντρες βέβαια έχουν μεγαλύτερες ανάγκες από τις γυναίκες αφού έχουν περισσότερο μυϊκό ιστό.  Εκτός όμως από την ενδυνάμωση, η καρνιτίνη βοηθά τόσο στην θεραπεία τραυματισμένων και κουρασμένων μυών όσο και σε διάφορες παθήσεις αυτών.  Παραδείγματα είναι η μυϊκή δυστροφία αλλά και το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης.

 

  • ΧΟΛΗΣΤΕΡΙΝΗ -ΤΡΙΓΛΥΚΕΡΙΔΙΑ

Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η καρνιτίνη μεταφέρει τα λιπαρά οξέα στα μιτοχόνδρια όπου γίνεται η καύση τους για την παραγωγή ενέργειας.  Έτσι τα φυσιολογικά επίπεδα καρνιτίνης είναι απαραίτητα.  Η καρνιτίνη επίσης είναι λιποτροπικός παράγοντας δηλαδή προωθεί την ροή του λίπους από και προς το συκώτι.  Επίσης απομακρύνει το λίπος από το αίμα.  Αυτές οι δράσεις έχουν σαν αποτέλεσμα τη ρύθμιση της χοληστερίνης και των επιπέδων των τριγλυκερίδίων. Ειδικότερα μειώνεται η ‘κακή΄χοληστερίνη και αυξάνεται η ‘καλή’ και παράλληλα μειόνονται τα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμα.  Αυτά έχουν ως αποτέλεσμα και την προστασία από την αρτηριοσκλήρυνση που προκαλείται από τη συγκέντρωση των λιπιδίων στο αίμα.

  • ΥΠΕΡΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΣ

Έρευνες υποθέτουν ότι η καρνιτίνη μπορεί να φανεί χρήσιμη στην   προστασία ή μείωση των συμπτωμάτων του υπερ-ενεργού θυρεοειδή αδένα (υπερ-έκκριση θυρεοειδούς ορμόνης).  Τέτοια είναι η μυϊκή αδυναμία, νευρικότητα, τρέμουλο, δυσκολία στον ύπνο και απώλεια βάρους.  Η αυξημένη θυρεοειδική δράση αυξάνει την ανάγκη των κυττάρων σε καρνιτίνη ενώ αυξάνεται και η απώλειά της στα ούρα.  Έτσι απαιτείται χορήγηση συμπληρωματικής καρνιτίνης στους ασθενείς.  Επίσης, η καρνιτίνη μπλοκάρει περιφερικά την θυρεοειδή ορμόνη.

  • ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ

Η καρνιτίνη, βελτιώνοντας την ινσουλινοαντοχή και μετατρέποντας το λίπος σε ενέργεια, βοηθά στην καταπολέμηση της παχυσαρκίας.  Παράλληλα αυξάνει τον μυϊκό ιστό, μειώνει την κόπωση και την όρεξη που προκύπτουν από την οξείδωση του λίπους και έτσι επιτυγχάνεται η απώλεια βάρους.  Όταν ιδιαίτερα συνδυάζεται με μια σωστή διατροφή και άσκηση τα αποτελέσματα είναι πολύ καλύτερα αφού μειώνεται και η ‘κακή’ χοληστερίνη, τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και η αρτηριακή πίεση.  Πρέπει να τονιστεί οτι η καρνιτίνη από μόνη της δεν αρκεί για την καταπολέμηση της παχυσαρκίας.

 

  •   ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΕΣ ΑΡΤΗΡΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΦΛΕΒΙΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Αποτέλεσμα αυτών των παθήσεων είναι η αδυναμία βάδισης που οφείλεται σε ανεπαρκή παροχή αίματος, πλούσιου σε οξυγόνο, στα πόδια και έτσι συγκεντρώνεται η ακετυλκαρνιτίνη στους μύες εξαιτίας της ανεπαρκούς χρήσης της. Άλλη αιτία της χωλότητας είναι και η αρτηριοσκλήρυνση που επίσης εμποδίζει την ροή του αίματος. Η χορήγηση της L-carnitineβελτιώνει σημαντικά την βάδιση και τον πόνο

 

  •   ΑΝΔΡΙΚΗ ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Ο χαμηλός αριθμός σπερματοζωαρίων έχει συνδεθεί με τα χαμηλά επίπεδα καρνιτίνης.  Η πρόσληψη της τελευταίας βελτιώνει τόσο τον αριθμό όσο και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων θεραπεύοντας έτσι την υπογονιμότητα.  Η καρνιτίνη επίσης βελτιώνει και την ποιότητα του σπέρματος. Αυτά μπορεί να οφείλονται στην αυξημένη καύση των λιπαρών οξέων στα μιτοχόνδρια παρέχοντας έτσι περισσότερη ενέργεια για το σπέρμα και μειώνοντας τον κυτταρικό θάνατο στους όρχεις.  Τέλος, έρευνες υποστηρίζουν οτι η καρνιτίνη μπορεί να βοηθήσει και στην στητική λειτουργία.

 

  •   ΓΗΡΑΣ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΟΣΤΙΚΗΣ ΜΑΖΑΣ

Η αύξηση της ηλικίας έχει πολλές παρενέργειες που οφείλονται στην μειωμένη λειτουργία των μιτοχονδρίων και την μείωση της καρνιτίνης στους ιστούς.  Η πτώση λοιπόν της ενέργειας συμβιβάζει και την δράση των οστεοβλαστών και την αναδιάρθρωση των οστών.  Η πρόσληψη της καρνιτίνης βοηθά στην πυκνότητα των οστών, μειώνει την απώλεια των οστών και βελτιώνει την κατασκευή τους.

 

  •   ΞΗΡΟΦΘΑΛΜΙΑ

Πρόκειται για κοινή ασθένεια της επιφάνειας των οφθαλμών που σχετίζεται με ακανόνιστη κερατοειδική επιφάνεια και με θαμπή όραση.  Στα σκευάσματα τεχνητών δακρύων η L-carnitine θεωρείται ένα συμβατό διάλυμα.  Η χρήση της καρνιτίνης στην ξηροθλαμία έχει γρήγορη και σταθερή βελτίωση των συμπτωμάτων που οφείλεται πιθανόν σε ενδογενή ομοιοστατικό ρόλο της.  Ερευνητές επίσης βρήκαν έλλειψη της καρνιτίνης στα δάκρυα σε ασθενείς με ξηροφθαλμία.  Παράλληλα η καρνιτίνη προστατεύει ενάντια στην απότομη δράση των κυττάρων του κερατοειδούς επιθυλίου.  Αυτό μπορεί να συνδεθεί με τη χρήση αντηλιακού που προστατεύει από την ηλιακή ακτινοβολία και μειώνει την κυτταρική καταστροφή.  Ακόμη διάφορες καταστάσεις που προκαλούν απώλεια καρνιτίνης μπορεί να οδηγήσουν σε καταστάσεις όπως ο καταρράκτης.

 

  •   ΒΡΕΦΙΚΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του βρέφους συμβαίνουν τεράστιες μεταβολικές αλλαγές όπου η γλυκόζη είναι η κύρια πηγή ενέργειας με τα λιπαρά οξέα και τα κετονικά σώματα ως εναλλακτική πηγή ενέργειας.  Για τα βρέφη, η καρνιτίνη θεωρείται απαραίτητο θρεπτικό συστατικό αφού η βιοσύνθεσή της δεν είναι πλήρως ανεπτυγμένη.  Για τον λόγο αυτό τα βρέφη στηρίζονται πολύ στην εξωγενή πρόσληψή της που ευτυχώς υπάρχει στο μητρικό γάλα.  Επίσης, η ανάπυξη της διατροφικής τεχνολογίας έχει σαν αποτέλεσμα και τον εμπλουτισμό του γάλακτος για βρέφη με καρνιτίνη.

 

  • ΚΑΡΚΙΝΟΣ

Η κόπωση  που προκύπτει από την χημιοθεραπευτική αντιμετώπιση του καρκίνου καθώς και από την ακτινοβολία και την φτωχή διατροφή είναι πολύ συνήθης. Επίσης, οι ασθενείς αυτοί έχουν συνήθως έλλειψη σε καρνιτίνη.  Η συμπληρωματική χορήγηση της καρνιτίνης μείωσε την κόπωση, αύξησε τα επίπεδα καρνιτίνης στο αίμα και παράλληλα βελτίωσε τη διάθεση και την ποιότητα του ύπνου.

 

  • ΙΟΣ ΑΝΟΣΟΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (HIV) ΚΑΙ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΕΠΙΚΤΗΤΗΣ ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ (AIDS)

Ο ιός αυτός προκαλεί μείωση του αριθμού των λεμφοκυττάρων με αποτέλεσμα το σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας.  Τα άτομα που έχουν προσβληθεί από τον ιό αυτό παρουσιάζουν συχνά συγκέντρωση λίπους σε κάποιες περιοχές του σώματος και απώλεια σε κάποιες άλλες και εμφανίζουν υπερλιπιδαιμία (υψηλά ποσοστά λίπους στο αίμα) και αντίσταση στην ινσουλίνη με αποτέλεσμα την εμφάνιση της λιποδυστροφίας.  Η τελευταία μπορεί να αναπαραστά την μιτοχονδριακή τοξικότητα που οφείλεται στον ιό αλλά και στα αντιϊκά φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπισή του και αυξάνει επίσης την έλλειψη καρνιτίνης, περιορίζοντας έτσι τον μεταβολισμό του λίπους στα μιτοχόνδρια.  Έρευνες στον τομέα αυτό δείχνουν οτι η συμπληρωματική χορήγηση καρνιτίνης επιβραδύνει τον θάνατο των λεμφοκυττάρων, μειώωει τις νευροπάθειες και επηρρεάζει θετικά στα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα.

 

  • ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΣΕ ΚΑΡΝΙΤΙΝΗ

Υπάρχουν δύο ειδών ανεπάρκειας σε καρνιτίνη:

1)Η πρώτη είναι μια γενετική διαταραχή των κυτταρικών μεταφορέων της καρνιτίνης που συνήθως εμφανίζεται μέχρι την ηλικία των 5 ετών και έχει συμπτώματα όπως καρδιομυοπάθεια, εγκεφαλοπάθεια λόγω υπο-οξοναιμικής υπογλυκαιμίας, μυοσκελετική αδυναμία.  Λόγω λοιπόν της δυσκολίας των μεταφορέων (πρωτεΐνες μεταφορείς), η καρνιτίνη δεν μπαίνει στα μιτοχόνδρια όπου γίνεται η καύση των λιπαρών οξέων.Πρόκειται για μια σπάνια διαταραχή που οδηγεί στην αυξημένη απώλεια της καρνιτίνης στα όυρα αντί της συγκέντρωσής της.

2)Η δεύτερη μπορεί να εμφανιστεί λόγω διαφόρων διαταραχών όπως χρόνια νεφρική ανεπάρκεια με αποτέσμα αυξημένη αποβολή στα ούρα,  ή λόγω πρόσληψης κάποιων φαρμάκων (αντιεπιληπτικά, φάρμακα για οροθετικούς, αντιβιοτικά, φάρμακα για την καρδιά, την ακμή, τον τοξικό δακτυλισμό, τονικοκλονικές κρίσεις, νευραλγία τριδύμου) που οδηγούν στην δυσαπορρόφησή της αλλά και λόγω διατροφής όπως στην περίπτωση των χορτοφάγων όπου δεν παρέχεται επαρκής ποσότητα της καρνιτίνης (αφού η κύρια πηγή της είναι το κρέας). Βέβαια ο γενετικός παράγοντας δεν εκλείπει και σε αυτήν την περίπτωση. Συμπτώματα αποτελούν η ηπατική εγκεφαλοπάθεια, υποτονία, καρδιομυοπάθεια και σκελετική μυοπάθεια Έτσι προκαλούνται διάφορες μεταβολικές διαταραχές στα μιτοχόνδρια.  Τα βρέφη είναι ιδιαίτερα επιρρεπή καθώς οι ανάγκες τους είναι ιδιαίτερα αυξημένες. 

 

                                  ΚΥΡΙΕΣ ΠΗΓΕΣ ΚΑΡΝΙΤΙΝΗΣ

 

Όπως προαναφέρηκε η καριτίνη βρίσκεται κυρίως σε ζωϊκές τροφές.  Οι πιο πλούσιες πηγές της είναι οι παρακάτω (σε φθίνουσα σειρά):

  1.    Αρνί
  2.    Μοσχάρι
  3.    Τυρόγαλο
  4.    Γάλα
  5.    Ψάρι
  6.    Πουλερικά
  7.    Φασόλια σόγιας
  8.    Τυρί
  9.    Βρώμη
  10.    Σπαράγγια
  11.    Αυγά
  12.    Ξηροί καρποί, Φυστικοβούτυρο
  13.    Μανιτάρια
  14.    Καρότο
  15.    Ρύζι
  16.    Μπανανα
  17.    Ντομάτα

 

 

      ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΗ ΔΟΣΗ-ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Η καρνιτίνη δεν αποτελεί απαραίτητο θρεπτικό συστατικό αφού συντίθεται στον οργανισμό.  Για τον λόγο αυτό δεν υπάρχουν συνιστώμενες ημερήσιες προσλήψεις ανάλογα με το φύλο και την ηλικία.   Παρόλα αυτά, λόγω διαφόρων  προβλημάτων υγιείας αλλά και διατροφής συνιστάται τόσο η πρόσληψή της μέσω τροφών όσο και η πρόσληψή της μέσω συμπληρωμάτων.  Μια μέτρια πρόσληψη είναι από 500mg μέχρι 2gr πάντα κατόπιν συμβουλής ειδικού. Εκτός βέβαια από τις διάφορες παθήσεις, χρειάζεται προσοχή στην εγκυμοσύνη ενώ δεν συνιστάται σε παιδιά κάτω των 2 ετών εκτός από την περίπτωση των πρόωρων νεογνών αλλά και πάλι αφού συστήνεται ιατρικά. Στην περίπτωση της αυξημένης καρνιτίνης υπάρχουν παρενέργειες όπως ζαλάδα, έμμετος, κοιλιακές κράμπες, διάρροια, μυρωδιά ψαριού στο σώμα.

 

Συμπερασματικά η καρνιτίνη, ως διατροφικό συμπλήρωμα, έχει ερευνηθεί και προωθηθεί σαν επιπλέον βοήθεια στην αντιμετώπιση ή θεραπεία διαφόρων διαταραχών λόγω της καύσης των λιπαρών οξέων.  Οι υγιείς οργανισμοί με μια σωστή διατροφή δεν χρειάζονται συμπληρωματική χορήγηση

                                                                

 

                                                    ηλεκτρονικό περιοδικό ‘www.dromostherapeia.gr’